automated
au
ˈɔ:
ο
to
τα
ma
meɪ
μει
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "automated"στα αγγλικά

01

operated by automation 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most automated
συγκριτικός βαθμός
more automated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
technology, process, systems
Παραδείγματα
The factory uses an automated system to package the finished products. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store