Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to automate
01
αυτοματοποιώ
to make a process, task, or system operate automatically, often through the use of technology or machinery, reducing the need for manual intervention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
automate
γ΄ ενικό πρόσωπο
automates
ενεστώτα μετοχή
automating
απλός αόριστος
automated
παθητική μετοχή
automated
Παραδείγματα
Software developers use continuous integration tools to automate the testing and deployment of code.
Οι προγραμματιστές λογισμικού χρησιμοποιούν εργαλεία συνεχούς ολοκλήρωσης για να αυτοματοποιήσουν τη δοκιμή και την ανάπτυξη του κώδικα.



























