accompanying
Pronunciation
/əˈkəmpəniɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "accompanying"στα αγγλικά

accompanying
01

συνοδευτικός, σχετικός

happening at the same time as another thing, often enhancing or complementing it
accompanying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book had an accompanying soundtrack that set the mood for each chapter.
Το βιβλίο είχε μια συνοδευτική μουσική που έθετε την ατμόσφαιρα για κάθε κεφάλαιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store