Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accompanying
01
συνοδευτικός, σχετικός
happening at the same time as another thing, often enhancing or complementing it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
events, activities, support
Παραδείγματα
The concert featured an accompanying light show that mesmerized the audience.
Η συναυλία περιλάμβανε μια συνοδευτική παράσταση φωτός που μαγέρεψε το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
accompanying
accompany



























