Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accompanying
01
συνοδευτικός, σχετικός
happening at the same time as another thing, often enhancing or complementing it
Παραδείγματα
The book had an accompanying soundtrack that set the mood for each chapter.
Το βιβλίο είχε μια συνοδευτική μουσική που έθετε την ατμόσφαιρα για κάθε κεφάλαιο.
Λεξικό Δέντρο
accompanying
accompany



























