accompanying
a
ə
α
ccom
ˈkʌm
καμ
pa
πα
nying
niɪng
νιινγκ

Ορισμός και σημασία του "accompanying"στα αγγλικά

accompanying
01

συνοδευτικός, σχετικός

happening at the same time as another thing, often enhancing or complementing it 
accompanying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
events, activities, support
Παραδείγματα
The concert featured an accompanying light show that mesmerized the audience. 

Η συναυλία περιλάμβανε μια συνοδευτική παράσταση φωτός που μαγέρεψε το κοινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

accompanying
accompany
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store