autograph
au
ɔ:
aw
to
təʊ
tew
graph
grɑ:f
graaf

Ορισμός και σημασία του "autograph"στα αγγλικά

01

αυτόγραφο

a person's signature, usually from someone famous or important 
autograph definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autographs
Παραδείγματα
She asked the actor for his autograph after the show. 

Ζήτησε από τον ηθοποιό την αυτογραφή του μετά την παράσταση.

02

αυτόγραφο

a person's own signature 
to autograph
01

υπογράφω, αφήνω αυτόγραφο

mark with one's signature 
to autograph definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
autograph
γ΄ ενικό πρόσωπο
autographs
ενεστώτα μετοχή
autographing
απλός αόριστος
autographed
παθητική μετοχή
autographed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store