Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autodidacticism
01
αυτοδιδασκαλία, αυτομάθηση
the practice of self-directed learning, where individuals take responsibility for their own education outside of formal schooling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His impressive knowledge of history was the result of his autodidacticism, as he spent countless hours reading books and watching documentaries.
Η εντυπωσιακή γνώση της ιστορίας του ήταν το αποτέλεσμα της αυτοδίδακτης του μελέτης, καθώς πέρασε αμέτρητες ώρες διαβάζοντας βιβλία και παρακολουθώντας ντοκιμαντέρ.
Λεξικό Δέντρο
autodidacticism
didacticism



























