Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autodidacticism
01
αυτοδιδασκαλία, αυτομάθηση
the practice of self-directed learning, where individuals take responsibility for their own education outside of formal schooling
Παραδείγματα
Despite not having a formal degree, her autodidacticism and determination enabled her to excel in her field and land her dream job.
Παρόλο που δεν είχε τυπικό πτυχίο, ο αυτοδίδακτος χαρακτήρας της και η αποφασιστικότητά της της επέτρεψαν να διακριθεί στον τομέα της και να βρει τη δουλειά των ονείρων της.
Λεξικό Δέντρο
autodidacticism
didacticism



























