oscitant
osc
ˈɒs
οσ
i
ɪ
ι
tant
tənt
ταντ

Ορισμός και σημασία του "oscitant"στα αγγλικά

01

απρόσεκτος, βαρεμένος

showing lack of attention or boredom 
oscitant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oscitant
συγκριτικός βαθμός
more oscitant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, attention, emotion

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

oscitant
oscit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store