Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oscitant
01
απρόσεκτος, βαρεμένος
showing lack of attention or boredom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oscitant
συγκριτικός βαθμός
more oscitant
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
oscitant
oscit



























