accompanist
a
ə
ē
ccom
ˈkʌm
kam
pa
nist
nɪst
nist
accompanyist

Ορισμός και σημασία του "accompanist"στα αγγλικά

01

συνοδός μουσικός, ακομπανιατόρ

a musician who supports others by playing an instrument, providing harmony or rhythm 
accompanist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accompanists
Παραδείγματα
The pianist served as the accompanist for the singer's recital, adding depth to the performance. 

Ο πιανίστας υπηρέτησε ως συνοδός στο ρεσιτάλ του τραγουδιστή, προσθέτοντας βάθος στην παράσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store