Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accompanist
01
συνοδός μουσικός, ακομπανιατόρ
a musician who supports others by playing an instrument, providing harmony or rhythm
Παραδείγματα
The guitarist skillfully supported the vocalist as an accompanist.
Ο κιθαρίστας υποστήριξε επιδέξια τον τραγουδιστή ως συνοδός.



























