Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accommodatingly
01
προθύμως, προσαρμοστικά
in a manner that is eager or willing to help or adapt to others' needs or wishes
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She accommodatingly adjusted the schedule to fit everyone's availability.
Εκείνη προσαρμοστικά προσάρμοσε το πρόγραμμα για να ταιριάζει με τη διαθεσιμότητα όλων.
Λεξικό Δέντρο
accommodatingly
accommodating
accommodate
accommod



























