Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opprobrium
01
ονειδισμός, καταδίκη
severe criticism or public condemnation, often directed at someone's actions or behavior that is considered shameful or disgraceful
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The politician faced widespread opprobrium after being caught in a corruption scandal, tarnishing his reputation irreparably.
Ο πολιτικός αντιμετώπισε ευρεία κατακραυγή αφού πιάστηκε σε σκάνδαλο διαφθοράς, λερώνοντας τη φήμη του ανεπανόρθωτα.
02
δημόσια ντροπή, καταφρόνηση
public disgrace arising from shameful conduct
Παραδείγματα
The opprobrium of the corruption scandal followed him long after he left office.
Η δυσφήμιση του σκανδάλου διαφθοράς τον ακολούθησε για πολύ καιρό αφού άφησε το αξίωμα.



























