Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oppressive
01
καταπιεστικός, τυραννικός
having an unfair or harsh control over others, often involving cruelty or severe restrictions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oppressive
συγκριτικός βαθμός
more oppressive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
authority, society, behavior
Παραδείγματα
The oppressive government regime suppressed freedom of speech.
Το καταπιεστικό καθεστώς της κυβέρνησης κατέπνιξε την ελευθερία του λόγου.
02
καταπιεστικός, βαρύς
weighing heavily on the senses or spirit
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
oppressively
oppressiveness
oppressive
oppress



























