Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oppressive
01
καταπιεστικός, τυραννικός
having an unfair or harsh control over others, often involving cruelty or severe restrictions
Παραδείγματα
The oppressive heat made it difficult for people to go about their daily activities.
Η καταπιεστική ζέτη έκανε δύσκολο για τους ανθρώπους να ασχοληθούν με τις καθημερινές τους δραστηριότητες.
02
καταπιεστικός, βαρύς
weighing heavily on the senses or spirit
Παραδείγματα
Oppressive humidity clung to everything, making even light clothes feel sticky.
Η καταπιεστική υγρασία κόλλαγε σε όλα, κάνοντας ακόμη και ελαφρά ρούχα να φαίνονται κολλώδη.
Λεξικό Δέντρο
oppressively
oppressiveness
oppressive
oppress



























