oppugn
o
ˈɑ:
α
ppugn
pʌn
παν
/ˈɒpʌn/

Ορισμός και σημασία του "oppugn"στα αγγλικά

to oppugn
01

αμφισβητώ, προκαλώ

challenge the accuracy, probity, or propriety of
to oppugn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oppugn
γ΄ ενικό πρόσωπο
oppugns
ενεστώτα μετοχή
oppugning
απλός αόριστος
oppugned
παθητική μετοχή
oppugned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store