Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oppugn
01
αμφισβητώ, προκαλώ
challenge the accuracy, probity, or propriety of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oppugn
γ΄ ενικό πρόσωπο
oppugns
ενεστώτα μετοχή
oppugning
απλός αόριστος
oppugned
παθητική μετοχή
oppugned



























