Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Operating surgeon
01
χειρουργός που εργάζεται, ιατρός ειδικευμένος στη χειρουργική
a physician who specializes in surgery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
operating surgeons



























