Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Operating room
01
χειρουργείο, αίθουσα εγχειρήσεων
a sterile space in a hospital where surgeries are performed using specialized equipment
Παραδείγματα
Operating rooms are a critical part of hospitals, facilitating various medical procedures to help patients.
Τα χειρουργεία είναι ένα κρίσιμο μέρος των νοσοκομείων, διευκολύνοντας διάφορες ιατρικές διαδικασίες για να βοηθήσουν τους ασθενείς.



























