Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
openhanded
01
γενναιόδωρος, πλούσιος
(of a person or action) characterized by a willingness to give freely and generously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most openhanded
συγκριτικός βαθμός
more openhanded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, generosity, behavior
Παραδείγματα
His openhanded nature made him beloved in the community.
Η γενναιόδωρη φύση του τον έκανε αγαπητό στην κοινότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
openhandedness
openhanded



























