Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
onerous
01
επιβαρής, δύσκολος
difficult and needing a lot of energy and effort
disapproving
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most onerous
συγκριτικός βαθμός
more onerous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Studying for the bar exam while working full-time proved to be an onerous challenge for him.
Η μελέτη για τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου ενώ εργαζόταν πλήρους απασχόλησης αποδείχθηκε μια επίπονη πρόκληση γι' αυτόν.
Λεξικό Δέντρο
onerously
onerousness
onerous



























