onerous
o
ˈəʊ
ew
ne
rous
rəs
rēs

Ορισμός και σημασία του "onerous"στα αγγλικά

01

επιβαρής, δύσκολος

difficult and needing a lot of energy and effort 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most onerous
συγκριτικός βαθμός
more onerous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new regulations placed on businesses by the government were onerous, requiring extensive paperwork and compliance measures. 

Οι νέοι κανονισμοί που επιβλήθηκαν στις επιχειρήσεις από την κυβέρνηση ήταν επιβαρείς, απαιτώντας εκτενή χαρτούρα και μέτρα συμμόρφωσης.

Λεξικό Δέντρο

onerously
onerousness
onerous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store