Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ominous
01
δυσοίωνος, απειλητικός
giving the impression that something bad or unpleasant is going to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ominous
συγκριτικός βαθμός
more ominous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stranger 's ominous gaze made her instinctively want to flee.
Το δυσοίωνο βλέμμα του ξένου της έκανε να θέλει ενστικτωδώς να φύγει.
Λεξικό Δέντρο
ominously
ominous



























