omeprazole
o
əʊ
ew
mep
ˈmɛp
mep
ra
zole
zəʊl
zewl

Ορισμός και σημασία του "omeprazole"στα αγγλικά

01

ομεπραζόλη, φάρμακο που μειώνει την οξύτητα του στομάχου

a medicine that helps with stomach problems by lowering the amount of acid it produces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
omeprazoles
Παραδείγματα
Jenny takes omeprazole to ease her acid reflux symptoms. 

Η Τζένη παίρνει ομεπραζόλη για να ανακουφίσει τα συμπτώματα του οξέος ρεφλουξ της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store