omeprazole
Pronunciation
/ˈoʊmpɹɐzˌoʊl/

Ορισμός και σημασία του "omeprazole"στα αγγλικά

01

ομεπραζόλη, φάρμακο που μειώνει την οξύτητα του στομάχου

a medicine that helps with stomach problems by lowering the amount of acid it produces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
omeprazoles
Παραδείγματα
The nurse provided instructions on taking omeprazole with or without food.
Η νοσοκόμα παρείχε οδηγίες για τη λήψη του ομεπραζόλης με ή χωρίς φαγητό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store