omen
o
ˈəʊ
ew
men
mən
mēn
Romanyeomanfoemanbowman

Ορισμός και σημασία του "omen"στα αγγλικά

01

οιωνός, προμήνυμα

a sign or event believed to indicate what will happen in the future 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
omens
Παραδείγματα
The black cat was considered an unlucky omen. 

Η μαύρη γάτα θεωρούνταν ένα οιωνός ατυχίας.

to omen
01

προμηνύω, προαναγγέλλω

to signal or serve as a sign of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
omen
γ΄ ενικό πρόσωπο
omens
ενεστώτα μετοχή
omening
απλός αόριστος
omened
παθητική μετοχή
omened
Παραδείγματα
The sudden drop in temperature omened a harsh winter. 

Η απότομη πτώση της θερμοκρασίας προμήνυε έναν σκληρό χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store