Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Omen
01
οιωνός, προμήνυμα
a sign or event believed to indicate what will happen in the future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
omens
Παραδείγματα
Traders saw the market shift as a bad omen.
Οι έμποροι είδαν την αλλαγή της αγοράς ως κακό οιωνό.
to omen
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to signal or serve as a sign of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
omen
γ΄ ενικό πρόσωπο
omens
ενεστώτα μετοχή
omening
απλός αόριστος
omened
παθητική μετοχή
omened
Παραδείγματα
The broken mirror omened misfortune according to superstition.
Ο σπασμένος καθρέφτης προμήνυε την ατυχία σύμφωνα με τη δεισιδαιμονία.



























