Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
older
01
μεγαλύτερος, πιο ηλικιωμένος
having lived for a greater amount of time than something or someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
oldest
συγκριτικός βαθμός
older
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her older brother helped her with her homework when she was younger.
Ο μεγαλύτερος αδελφός της τη βοηθούσε με τα μαθήματά της όταν ήταν μικρότερη.
02
μεγαλύτερος, πιο ηλικιωμένος
used of the older of two persons of the same name especially used to distinguish a father from his son
03
έμπειρος, πειραματισμένος
skilled through long experience



























