old age
old
əʊld
εουλντ
age
eɪʤ
ειτζ

Ορισμός και σημασία του "old age"στα αγγλικά

01

γηρας, τρίτη ηλικία

the later stage of life during which a person is considered old 
old age definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Sarah's grandmother remained active and independent well into her old age, inspiring those around her with her vitality. 

Η γιαγιά της Σάρα παρέμεινε ενεργή και ανεξάρτητη μέχρι τα γηρατειά, εμπνέοντας τους γύρω της με τη ζωντάνια της.

02

γηρατειά, τρίτη ηλικία

the state characterized by advanced age 
Παραδείγματα
Tom's grandfather shared wisdom acquired through his experiences in old age, offering valuable advice to younger generations. 

Ο παππούς του Tom μοιράστηκε τη σοφία που απέκτησε μέσα από τις εμπειρίες του στην γηρατειά, προσφέροντας πολύτιμες συμβουλές στις νεότερες γενιές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store