to acclaim
acc
ˈək
ēk
laim
leɪm
leim
misnamereclaimexclaimpregame

Ορισμός και σημασία του "acclaim"στα αγγλικά

to acclaim
01

αποδοκιμάζω, επαινώ

to praise someone or something enthusiastically and often publicly 
Transitive: to acclaim sb/sth
to acclaim definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acclaim
γ΄ ενικό πρόσωπο
acclaims
ενεστώτα μετοχή
acclaiming
απλός αόριστος
acclaimed
παθητική μετοχή
acclaimed
Παραδείγματα
Critics acclaim her novel as a masterpiece. 

Οι κριτικοί εκθειάζουν το μυθιστόρημά της ως αριστούργημα.

02

επιδοκιμάζω

to cheer and applaud something or someone to show approval 
Transitive: to acclaim sb/sth
Παραδείγματα
The audience acclaimed the actor's performance with a standing ovation at the end of the play. 

Το κοινό χειροκρότησε την παράσταση του ηθοποιού με όρθια επευφημία στο τέλος του έργου.

01

αποδοχή, αναγνώριση

admiration for achievements, often in art, performance, leadership, or innovation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The film received international acclaim for its storytelling and direction. 

Η ταινία έλαβε διεθνή αναγνώριση για την αφήγηση και τη σκηνοθεσία της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store