to acclaim
Pronunciation
/əˈkɫeɪm/

Ορισμός και σημασία του "acclaim"στα αγγλικά

to acclaim
01

αποδοκιμάζω, επαινώ

to praise someone or something enthusiastically and often publicly
Transitive: to acclaim sb/sth
to acclaim definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acclaim
γ΄ ενικό πρόσωπο
acclaims
ενεστώτα μετοχή
acclaiming
απλός αόριστος
acclaimed
παθητική μετοχή
acclaimed
Παραδείγματα
The scientist was acclaimed for her groundbreaking research.
Η επιστήμονας έγινε δεκτή για την πρωτοποριακή της έρευνα.
02

επιδοκιμάζω

to cheer and applaud something or someone to show approval
Transitive: to acclaim sb/sth
Παραδείγματα
The congregation acclaimed the pastor's sermon with heartfelt applause, moved by the message of hope and faith.
Η συγκέντρωση επευφήμησε το κήρυγμα του πάστορα με εγκάρδια χειροκροτήματα, συγκινημένη από το μήνυμα ελπίδας και πίστης.
01

αποδοχή, αναγνώριση

admiration for achievements, often in art, performance, leadership, or innovation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The athlete 's comeback was greeted with universal acclaim.
Η επιστροφή του αθλητή υποδεχτήθηκε με παγκόσμια αποδοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store