oft
oft
ɒft
oft
aft

Ορισμός και σημασία του "oft"στα αγγλικά

01

συχνά, πολλές φορές

frequently or many times, an archaic or poetic variant of often 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He was oft seen wandering the cliffs at dusk. 

Τον έβλεπαν συχνά να περιφέρεται στους γκρεμούς το σούρουπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store