og
og
əʊʤi:
ewji

Ορισμός και σημασία του "OG"στα αγγλικά

01

βετεράνος, σεβαστό πρόσωπο

someone authentic, respected, or a veteran in a community 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
OGs
Παραδείγματα
He's an OG in the skateboarding world. 

Είναι OG στον κόσμο του skateboarding.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store