Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Offspring
01
απόγονος, παιδί
the child or children of a particular person or animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
offspring
Παραδείγματα
The lioness proudly watched over her offspring as they played in the sun.
Η λέαινα παρακολουθούσε με περηφάνια τα απογόνους της να παίζουν στον ήλιο.
02
απόγονος, απογόνος
something that comes into existence as a result
03
απόγονος, απογόνους
any immature animal
LanGeek



























