Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Offprint
01
ανάτυπο, χωριστή έκδοση
an article that has been separately published as a piece in a magazine or newspaper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
offprints
Παραδείγματα
The author received offprints of the article from the publisher to distribute to colleagues and peers.
Ο συγγραφέας έλαβε αποσπάσματα του άρθρου από τον εκδότη για να τα διανείμει σε συναδέλφους και συναδέλφους.



























