Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Offprint
01
ανάτυπο, χωριστή έκδοση
an article that has been separately published as a piece in a magazine or newspaper
Παραδείγματα
The conference organizers provided offprints of the keynote speaker's presentation to attendees as a souvenir.
Οι διοργανωτές της διάσκεψης παρείχαν αποσπάσματα της παρουσίασης του κύριου ομιλητή στους συμμετέχοντες ως ενθύμιο.



























