Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
offensive
01
προσβλητικός, ενοχλητικός
causing someone to feel deeply hurt, upset, or angry due to being insulting, disrespectful, or inappropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most offensive
συγκριτικός βαθμός
more offensive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sharing offensive content on social media can lead to backlash and negative consequences.
Η κοινή χρήση προσβλητικού περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να οδηγήσει σε αντιδράσεις και αρνητικές συνέπειες.
02
επιθετικός, εισβολικός
aimed at attacking or engaging the enemy, particularly in a military context
Παραδείγματα
The soldiers were ready for the offensive maneuver, which would begin at dawn.
Οι στρατιώτες ήταν έτοιμοι για την επιθετική ελιγμό, που θα ξεκινούσε τα ξημερώματα.
Παραδείγματα
The unwashed gym clothes left in the locker room created an offensive atmosphere for anyone nearby.
Τα άπλυτα ρούχα γυμναστικής που άφησαν στην αίθουσα αλλαγής δημιούργησαν μια προσβλητική ατμόσφαιρα για όποιον βρισκόταν κοντά.
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
offensives
Παραδείγματα
The offensive aimed to weaken the enemy's defenses.
Η επιθετική είχε ως στόχο να αποδυναμώσει τις άμυνες του εχθρού.
Λεξικό Δέντρο
inoffensive
offensively
offensiveness
offensive
offen



























