Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
occasional
01
περιστασιακός, προσώρινος
happening or done from time to time, without a consistent pattern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She enjoys the occasional glass of wine with dinner.
Απολαμβάνει περιστασιακά ένα ποτήρι κρασί με το δείπνο.
02
περιστασιακός
employed to perform a certain role or job for specific events infrequently or on temporary basis
Παραδείγματα
He worked as an occasional tutor, helping students only during exam seasons.
Δούλευε ως περιστασιακός διδάσκαλος, βοηθώντας μαθητές μόνο κατά τις εξεταστικές περιόδους.
2.1
περιστασιακός, σποραδικός
engaging in a particular activity from time to time
Παραδείγματα
She is an occasional runner, only jogging when the weather is nice.
Είναι μια περιστασιακή δρομέα, κάνει τζόγκινγκ μόνο όταν ο καιρός είναι καλός.
03
περιστασιακός
(of furniture) designed for use on special events or for infrequent, temporary purposes
Παραδείγματα
The occasional table was brought out only when they needed extra space for guests.
Το περιστασιακό τραπέζι βγαίνει μόνο όταν χρειάζονταν επιπλέον χώρο για τους επισκέπτες.
04
περιστασιακός
referring to works such as literature, music, or art that are created specifically for a particular event
Παραδείγματα
The composer created occasional music for the king’s coronation ceremony.
Ο συνθέτης δημιούργησε περιστασιακή μουσική για την τελετή στέψης του βασιλιά.
Λεξικό Δέντρο
occasionally
occasional
occasion



























