Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obstreperous
01
ανυπότακτος, αντιδραστικός
unwilling to submit to authority or control
Παραδείγματα
His obstreperous behavior during the trial earned him a warning from the judge.
Η obstreperous συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της δίκης του του χάρισε μια προειδοποίηση από τον δικαστή.
02
θορυβώδης, ταραχώδης
behaving in a wild or forceful manner that causes chaos
Παραδείγματα
The obstreperous dog barked furiously and lunged at passersby.
Το θορυβώδες σκυλί γάβγιζε μανιωδώς και επιτίθονταν στους περαστικούς.
Λεξικό Δέντρο
obstreperously
obstreperousness
obstreperous



























