objector
Pronunciation
/əbˈdʒɛktɝ/

Ορισμός και σημασία του "objector"στα αγγλικά

01

αντικείμενος, αντιφρονούν

an individual who displays their disagreement with something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
objectors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store