Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
objectionable
01
απαράδεκτος, προσβλητικός
likely to provoke disapproval or protest due to being offensive or inappropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most objectionable
συγκριτικός βαθμός
more objectionable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, evaluation
Παραδείγματα
The comedian's objectionable jokes upset the audience.
Τα προσβλητικά αστεία του κωμικού αναστάτωσαν το κοινό.
02
επίπληκτος, διαφιλονικούμενος
liable to objection or debate; used of something one might take exception to
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
objectionableness
objectionably
unobjectionable
objectionable
objection
object



























