Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Obedience
01
υπακοή, υποταγή
the action of respecting or following the instructions of someone in authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The soldier's strict obedience to orders earned him a commendation.
Η αυστηρή υπακοή του στρατιώτη στις εντολές του απέφερε μια έπαινο.
02
υπακοή, κυριαρχία
a territory or region under the authority of a ruler or governing body
Παραδείγματα
Settlers were expected to pay taxes to the obedience of the local lord.
Αναμενόταν οι άποικοι να πληρώνουν φόρους στην υπακοή του τοπικού άρχοντα.
03
υπακοή, εκκλησιαστική υποταγή
an area or group subject to the authority of a church or religious leader
Παραδείγματα
The monastery was under the obedience of the Bishop of Rome.
Η μονή ήταν υπό την υπακοή του Επισκόπου της Ρώμης.



























