Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nuzzle
01
σκαλίζω με το ρύγχος, μυρίζω για να βρω
to root out something with the snout
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nuzzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
nuzzles
ενεστώτα μετοχή
nuzzling
απλός αόριστος
nuzzled
παθητική μετοχή
nuzzled
02
αγκαλιάζω με στοργή, τρίβομαι με αγάπη
to affectionately press or lean against someone or something
Intransitive
Παραδείγματα
The dog often nuzzles against its owner's leg when seeking attention.
Ο σκύλος συχνά τρίβεται στο πόδι του ιδιοκτήτη του όταν ζητάει προσοχή.
03
τρίβω ή αγγίζω κάτι με τη μύτη ή το πρόσωπο με έναν απαλό τρόπο, αγκαλιάζομαι
to rub or touch something with the nose or face in a gentle way
Transitive
Intransitive



























