nuzzle
nu
ˈnə
να
zzle
zəl
ζαλ
/nˈʌzə‍l/

Ορισμός και σημασία του "nuzzle"στα αγγλικά

to nuzzle
01

σκαλίζω με το ρύγχος, μυρίζω για να βρω

to root out something with the snout
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nuzzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
nuzzles
ενεστώτα μετοχή
nuzzling
απλός αόριστος
nuzzled
παθητική μετοχή
nuzzled
02

αγκαλιάζω με στοργή, τρίβομαι με αγάπη

to affectionately press or lean against someone or something
Intransitive
Παραδείγματα
During the thunderstorm, the scared child instinctively nuzzles against their stuffed animals for comfort.
Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, το φοβισμένο παιδί ενστικτωδώς αγκαλιάζεται με τα γεμιστά του ζώα για άνεση.
03

τρίβω ή αγγίζω κάτι με τη μύτη ή το πρόσωπο με έναν απαλό τρόπο, αγκαλιάζομαι

to rub or touch something with the nose or face in a gentle way
Transitive
Intransitive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store