numerous
Pronunciation
/ˈnumɝəs/

Ορισμός και σημασία του "numerous"στα αγγλικά

01

πολυάριθμος, πολλοί

indicating a large number of something
numerous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most numerous
συγκριτικός βαθμός
more numerous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city is known for its numerous historical landmarks and tourist attractions.
Η πόλη είναι γνωστή για τα πολυάριθμα ιστορικά της αξιοθέατα και τουριστικά αξιοθέατα.
02

πολυάριθμος, ποικίλος

made up of a large number of individuals or components
Παραδείγματα
She was greeted by a numerous crowd of supporters at the rally.
Της έδωσαν το καλωσόρισμα μια πολυάριθμη πλήθος υποστηρικτών στη συγκέντρωση.

Λεξικό Δέντρο

innumerous
numerousness
numerous
numer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store