numpty
nump
ˈnʌmp
namp
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "numpty"στα αγγλικά

01

ανόητος, ηλίθιος

(Scottish) a foolish or silly person 
numpty definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
numpties
Παραδείγματα
Don't be such a numpty, it's the other door. 

Μην είσαι τέτοιος ηλίθιος, είναι η άλλη πόρτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store