nubile
nu
ˈnju:
nyoo
bile
baɪl
bail
nubble

Ορισμός και σημασία του "nubile"στα αγγλικά

01

γάμου, σεξουαλικά δελεαστική

(of a young woman) sexually engaging 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nubile
συγκριτικός βαθμός
more nubile
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
youth, sexuality, appearance
Παραδείγματα
The actress was described as a nubile beauty in the film. 

Η ηθοποιός περιγράφηκε ως ώριμη ομορφιά στην ταινία.

02

γάμου άξια, σε ηλικία γάμου

of an age or condition considered suitable for marriage 
Παραδείγματα
In the village, nubile daughters were often matched by their families. 

Στο χωριό, οι παντρεμένοι κόρες συχνά ταίριαζαν από τις οικογένειές τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store