novelty
no
ˈnɒ
no
vel
vəl
vēl
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "novelty"στα αγγλικά

01

καινοτομία, πρωτοτυπία

the quality of being noticeably new or different 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The novelty of her idea brought excitement to the whole team. 

Η καινοτομία της ιδέας της έφερε ενθουσιασμό σε ολόκληρη την ομάδα.

02

καινοτομία

originality by virtue of being new and surprising 
03

φτηνό επιδεικτικό κοσμήμα, επιδεικτικό στολίδι ρούχων

cheap showy jewelry or ornament on clothing 
04

καινοτομία, φθηνό αντικείμενο

a small inexpensive mass-produced article 
05

καινοτομία, πρωτοτυπία

something new or different from what is commonly experienced 
Παραδείγματα
Virtual reality was a novelty when it first entered the gaming industry. 

Η εικονική πραγματικότητα ήταν μια καινοτομία όταν μπήκε για πρώτη φορά στη βιομηχανία των παιχνιδιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store