Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Novelty
01
καινοτομία, πρωτοτυπία
the quality of being noticeably new or different
Παραδείγματα
The restaurant 's novelty comes from its fusion of unexpected flavors.
Η καινοτομία του εστιατορίου προέρχεται από τη συγχώνευση απροσδόκητων γεύσεων.
02
καινοτομία
originality by virtue of being new and surprising
03
φτηνό επιδεικτικό κοσμήμα, επιδεικτικό στολίδι ρούχων
cheap showy jewelry or ornament on clothing
04
καινοτομία, φθηνό αντικείμενο
a small inexpensive mass-produced article
Παραδείγματα
The smartphone was once a novelty, but now it's a staple of modern life.
Το smartphone ήταν κάποτε μια καινοτομία, αλλά τώρα είναι ένα βασικό στοιχείο της σύγχρονης ζωής.



























