Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Novelist
01
μυθιστοριογράφος, συγγραφέας
a writer who explores characters, events, and themes in depth through long narrative stories, particularly novels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
novelists
αρσενικό ενικό
novelist
θηλυκό ενικό
novelist
neutral form
writer
Παραδείγματα
The novelist spent years researching for her historical fiction book to ensure accuracy in the portrayal of events.
Ο μυθιστοριογράφος πέρασε χρόνια ερευνώντας για το ιστορικό μυθιστόρημά της για να διασφαλίσει την ακρίβεια στην απεικόνιση των γεγονότων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
novelist
novel



























