notably
no
ˈnoʊ
νου
tab
təb
ταμπ
ly
li
λι
/nˈə‍ʊtəbli/

Ορισμός και σημασία του "notably"στα αγγλικά

01

ιδιαίτερα, ειδικά

used to introduce the most important part of what is being said
Παραδείγματα
The museum houses a collection of rare artifacts, notably an ancient manuscript dating back to the 10th century.
Το μουσείο φιλοξενεί μια συλλογή σπάνιων τεχνεργμάτων, ιδιαίτερα ένα αρχαίο χειρόγραφο που χρονολογείται από τον 10ο αιώνα.
02

σημαντικά, ιδιαίτερα

in a way that is significant
Παραδείγματα
The book is notably popular among young readers for its compelling storyline.
Το βιβλίο είναι σημαντικά δημοφιλές στους νεαρούς αναγνώστες για την συναρπαστική πλοκή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store