Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
audaciously
01
τολμηρά, με θράσος
in a bold and fearless way, especially when taking risks or challenging norms
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She audaciously challenged the director's decision during the meeting.
Αυτή τολμηρά αμφισβήτησε την απόφαση του διευθυντή κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
audaciously
audacious



























