Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonessential
01
μη απαραίτητο, περιττό
anything that is not essential
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nonessentials
nonessential
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonessential
συγκριτικός βαθμός
more nonessential
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
necessity, priority, management
Παραδείγματα
The office decided to cut nonessential expenses to stay within budget.
Το γραφείο αποφάσισε να κόψει τις μη ουσιαστικές δαπάνες για να παραμείνει στον προϋπολογισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonessential
essential



























