nonessential
Pronunciation
/ˌnɑnɪˈsɛnʃəɫ/

Ορισμός και σημασία του "nonessential"στα αγγλικά

01

μη απαραίτητο, περιττό

anything that is not essential
nonessential definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonessentials
nonessential
01

μη ουσιαστικός, περιττός

not absolutely necessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonessential
συγκριτικός βαθμός
more nonessential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The software update focused on improving core features, with nonessential improvements deferred to a later release.
Η ενημέρωση του λογισμικού επικεντρώθηκε στη βελτίωση των βασικών λειτουργιών, με μη απαραίτητες βελτιώσεις να αναβάλλονται για μελλοντική έκδοση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store