Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Noise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He found it hard to concentrate on his work with all the noise coming from the street.
Βρήκε δύσκολο να συγκεντρωθεί στη δουλειά του με όλον τον θόρυβο που ερχόταν από το δρόμο.
02
θόρυβος, φασαρία
the auditory experience of sound that lacks musical quality; sound that is a disagreeable auditory experience
03
θόρυβος, αταξία
the quality of lacking any predictable order or plan
04
θόρυβος, παρεμβολή
confusion or lack of clarity caused by irrelevant information or trivial remarks
Παραδείγματα
Amidst all the noise in the debate, her insightful comments stood out.
Μέσα σε όλον τον θόρυβο της συζήτησης, τα ενδιαφέροντα σχόλιά της ξεχώρισαν.
05
θόρυβος, κραυγή
a loud outcry of protest or complaint
06
θόρυβος, παρεμβολή
electrical or acoustic activity that can disturb communication
to noise
01
εκπέμπω θόρυβο, κάνω θόρυβο
emit a noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
noise
γ΄ ενικό πρόσωπο
noises
ενεστώτα μετοχή
noising
απλός αόριστος
noised
παθητική μετοχή
noised
Λεξικό Δέντρο
noiseless
noisy
noise



























