Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nobble
01
απαγάγω, παίρνω με τη βία
to take someone forcibly to a secret location, usually with the intention of extracting money
Παραδείγματα
The gang nobbled the businessman to demand a ransom.
Η συμμορία απήγαγε τον επιχειρηματία για να ζητήσει λύτρα.
02
απενεργοποιώ, ντρογκάρω
to render someone incapacitated, typically by using drugs or other substances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
nobbles
ενεστώτα μετοχή
nobbling
απλός αόριστος
nobbled
παθητική μετοχή
nobbled
Παραδείγματα
The thief tried to nobble the guard with a sedative.
Ο κλέφτης προσπάθησε να απενεργοποιήσει τον φύλακα με ένα ηρεμιστικό.
Παραδείγματα
He nobbled a wallet when no one was looking.
Κλέψαμε ένα πορτοφόλι όταν κανείς δεν κοίταζε.
04
δωροδοκώ, πείθω με απειλές ή χρήματα
to persuade someone to do what one wants by threatening them or giving them money
Παραδείγματα
The corrupt official was accused of attempting to nobble the jury by offering them bribes.
Ο διεφθαρμένος αξιωματούχος κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να επηρεάσει το δικαστήριο προσφέροντάς τους δωροδοκίες.



























