nobility
no
noʊ
νου
bi
ˈbɪ
μπι
li
λα
ty
ti
τι
/nə‍ʊbˈɪlɪti/

Ορισμός και σημασία του "nobility"στα αγγλικά

01

αριστοκρατία, ευγενείς

the class of people with the highest social or political ranks and titles
nobility definition and meaning
Παραδείγματα
The opulent ball was attended by the nobility, showcasing their wealth and status.
Το πλούσιο χορό παρακολούθησε η αριστοκρατία, επιδεικνύοντας τον πλούτο και την κοινωνική της θέση.
02

ευγένεια, μεγαλοψυχία

the quality of having high moral character, elevated ideals, or refined conduct
Παραδείγματα
Teachers admired his nobility of character in difficult situations.
Οι δάσκαλοι θαύμαζαν την ευγένεια του χαρακτήρα του σε δύσκολες καταστάσεις.
03

ευγένεια, αριστοκρατία

the condition of being born into a noble family
Παραδείγματα
Nobility was recognized through lineage and family history.
Η αριστοκρατία αναγνωριζόταν μέσω της καταγωγής και της οικογενειακής ιστορίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store