Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
No-no
01
απαγόρευση, ταμπού
***a thing that is not possible or acceptable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
no-nos
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απαγόρευση, ταμπού