no-no
no
noʊ
νου
no
noʊ
νου
/nˈəʊnˈəʊ/

Ορισμός και σημασία του "no-no"στα αγγλικά

01

απαγόρευση, ταμπού

***a thing that is not possible or acceptable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
no-nos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store